«Ἦταν περασμένα μεσάνυχτα, καμιᾶ φωνὴ δὲν ἀκουότανε, κανένα ζωντανὸ δὲν ἐλάϊζε στὰ ρημαγμένα μέρη […]». Στὸ μνῆμα τοῦ Γερο-Χωραφᾶ, ἕνας ἄνδρας φιλάει τὸ μάρμαρο. Εἶναι ὁ γιός του. Ξάφνου ἀπὸ τὰ Τουρκοβούνια πλησιάζει ἕνας Γενίτσαρος, ἀρματωμένος. Μέσα στὸ σκοτάδι διακρίνει ἕναν Βενετσάνο. Κυνηγιούνται γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Γλυκερίας καὶ πιάνονται στὰ χέρια. Ὁ Ἕλληνας πετιέται μπροστὰ τους φωνάζοντας: «Τραβηχτεῖτε ἀπὸ δῶ! Δὲν ἀφήνω νἀ χυθῇ αἷμα στὸν τάφο τοῦ πατέρα μου»! Ὁ λόγος αὐτὸς στάθηκε ἀφορμὴ νὰ ἀναγνωριστοῦν ὡς ἀδέρφια οἱ τρεῖς ἄνδρες καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν, πάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα τοῦ πατέρα τους …
Αὐτὰ ἀναφέρει ὁ θρῦλος ὅτι συνέβησαν τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἔκαναν πανελληνίως γνωστὸ τὸν Ναό μας, μέσα ἀπὸ τὸ ἀναγνωστικὸ τῆς Ἕκτης Δημοτικοῦ. Μάλιστα δέ, μέχρι τὶς μέρες μας παλαιοὶ Γαλατσιῶτες μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη τοῦ τάφου τοῦ γέρο–Χωραφᾶ, μὲ τὴν ἐπιτύμβιο στήλη, ἄνωθεν τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Δυστυχῶς ὅμως τὴν δεκαετία τοῦ 1960, κατὰ τὶς ἐργασίες γιὰ τὴ διάνοιξη τῶν δρόμων τὸν κατέστρεψαν ὁλοκληρωτικά.
Σύμφωνα μὲ τὴν προφορικὴ παράδοση, ἡ ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ ὀφείλεται στὴν εὔρεση τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Ἁγίας Γλυκερίας μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο, ὅπου ἀνέβλυζε πηγὴ ὕδατος. Οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν ἀνηφόριζαν στὴν περιοχὴ μας καὶ ἀντλοῦσαν νερὸ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πηγή, διότι τὸ θεωροῦσαν ἰαματικὸ ἁγίασμα. Μὲ αὐτὸ ἄλειφαν τὰ ἄρρωστα μέλη τους, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔπιναν πρὸς πᾶσαν θεραπείαν.
Ἡ εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Γαλατσίου ἀποτελοῦνταν ἀπὸ λίγα βοσκοτόπια, ὅπου βοσκοὶ ἀπὸ διάφορες περιοχὲς τῶν Ἀθηνῶν ἔφερναν τὰ ζῶα τους. Αὐτοὶ ἔχτισαν τὸ πρῶτο Ναΐδριο γιὰ νὰ τοποθετήσουν τὸ εἰκόνισμα τῆς Ἁγίας Γλυκερίας. Τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ τιμὴ πρὸς τὴν Ἁγία καὶ τὸ ἁγίασμα αὐτῆς παρέμενε ζωντανή, ὣς τὴν ἐποχὴ τῆς Ἁγίας Φιλοθέης. Καὶ ἀναφέρω τὴν Ἁγία Φιλοθέη, διότι ἡ εὐρύτερη περιοχὴ συνδέεται μὲ τὴν ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια τῶν Μπενιζέλων, ἀκόμα καὶ ἡ Ὀμορφοκκλησιά.
Μάλιστα, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτύριό της θέλησε ἡ Ἁγία Φιλοθέη – λόγω τῆς ἀσφαλοῦς τοποθεσίας, τοῦ ἀπρόσιτου καὶ ἡσυχαστικοῦ τοῦ μέρους- νὰ οἰκοδομήσῃ γύρω ἀπὸ τὸ Ναΐδριο Μοναστήριον – Παρθεναγωγεῖο. Στὴν οὐσία μὲ σκοπὸ νὰ ἐντάξῃ στὸ ἀσφαλὲς αὐτὸ καταφύγιο νέες κοπέλες ποὺ συνήθιζε νὰ προστατεύῃ ἀπὸ τὴν μανία τῶν Τούρκων καὶ φρόντιζε νὰ μάθουν οἰκιακὲς τέχνες γιὰ νὰ βιοποριστοῦν. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Ἁγία δὲν κατάφερε νὰ τὸ δῇ ὅλοκληρωμένο, λόγῳ τοῦ ὅτι πέντε μῆνες μετὰ τὸ μαρτύριό της ἐκοιμήθη.
Περνοῦν τὰ χρόνια καὶ φτάνουμε γύρω στὰ 1860. Καὶ ἐνῶ ἡ Μονὴ ἔχει πιὰ διαλυθῇ, στὴν περιοχὴ ἔρχονται οἱ πρῶτοι ἐλάχιστοι κάτοικοι ἀπὸ τὴν ἐπαρχία, ποὺ χτίζουν μεγαλύτερο Ναό, στὸν τύπο τῆς ἁπλῆς βασιλικῆς, τὸν ὁποῖο κοσμοῦν μὲ περικαλλεῖς εἰκόνες. Αὐτὸ δείχνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχαν ὡς πρώτη μέριμνα τὸν εὐπρεπισμὸ τοῦ Ναοῦ καὶ μετὰ τὴν οἰκογενειακὴ τους ἑστία. Ἡ τοιχοποιία ἀπὸ χῶμα καὶ πέτρα, ποὺ σῴζεται μέχρι καὶ σήμερα στὰ πλαϊνὰ τοῦ Ναοῦ, εἶναι ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή, ὅπως διαπιστώσαμε μετὰ ἀπὸ τεχνικὴ μελέτη. Ὁ τρόπος κατασκευῆς τῆς τοιχοποιίας μαρτυρεῖ τεχνικὴ τοῦ 1860-1870.
Σταδιακά, ὁ Ναὸς διαμορφώνεται ὅπως τὸν γνωρίζουμε σήμερα: προστίθενται τμηματικὰ ὁ τροῦλος, ὁ γυναικωνίτης καὶ τὸ καμπαναριό. Πολὺ ἀργότερα ἐπεκτείνεται μὲ τὴν κατασκευὴ νέου ἁγίου Βήματος καὶ τὴν προσθήκη τοῦ Πρόναου.
Ἀπορία γεννᾶται! Γιατὶ ὁ Ναὸς δὲν ἐγκαινιάστηκε ποτὲ μέχρι σήμερα; Μὲ σιγουριὰ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε. Τὸ δύσβατο καὶ ἀπομακρυσμένο τῆς περιοχῆς; Οἱ ἱστορικὲς συγκυρίες; Ἤ ἁπλῶς ἡ ἄγνοια τῶν παλαιοτέρων; Καθῶς τὸ ἀρχεῖο τοῦ Ναοῦ πρὸ τοῦ ‘23 δὲν σῴζεται, δὲν γνωρίζουμε κἄν ἄν ὑπῆρχε μόνιμος ἐφημέριος. Ὅπως καὶ νὰ ‘χῃ δὲν μαρτυρεῖται ἐγκαινιασμὸς τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ οὕτε στὰ Ἀρχεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου οὕτε τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ὅπου καὶ ὑπάγεται πνευματικὰ ὁ Ναός. Τὸ ἴδιο μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἀρχιτέκτονας Ὀρλάνδος, ποὺ ἀναφέρει ὅτι «ὁ Ἱερὸς Ναὸς εἶναι δίχα ἐγκαινίων καὶ ἱερῶν λειψάνων».
Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πρὸ ὀκταετίας, ὅταν ἀνέλαβα μὲ τὴν εὐλογία καὶ ἐντολὴ τοῦ Μακαριωτάτου Ποιμενάρχου μας Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. κ. Ἱερωνύμου τὴν προϊσταμενία τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὁ προκάτοχός μου Ἀρχιμανδρίτης Νικόλαος Λιόλιος κατὰ τὴν ἐνημέρωση ποὺ μοῦ ἔκανε, ἀνέφερε ἐπίσης, ὅτι δὲν εἶχαν γίνει τὰ ἐγκαίνια. Εἶχε μὲν κάνει νύξη στὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ὅταν ἐκεῖνος τέλεσε γιὰ τελευταία φορὰ Λειτουργία στὸν Ναὸ μας, λίγο πρὸ τῆς ἐκδημίας του, ἀλλὰ δὲν πρόλαβε…
Τὸ 2024 ξεκινήσαμε νὰ τὰ δρομολογοῦμε, ἀλλὰ γιὰ ἕναν ἀνεξήγητο λόγο ἀδυνατούσαμε, ἐξαιτίας διαφόρων ἐμποδίων. Αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο: ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ εἶμαι ἐδῶ, διαπίστωσα ὅτι ὅλα τὰ ἔργα γίνονται μὲ τὴν πρόνοια καὶ τὴ χάρη τῆς Ἁγίας, καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια.
Ἦμουν σίγουρος ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἁγία θὰ φανερώσει πότε εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ νὰ τελεσθοῦν τὰ Ἐγκαίνια τοῦ Οἴκου της.
Καθήμενος λοιπὸν στὸ γραφεῖο μου κι ἐνῶ σκεπτόμουν πότε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν τὰ ἐγκαίνια, παρατηροῦσα τὸ πρόσωπο της Ἁγίας Γλυκερίας στὴν παλαιὰ εἰκόνα της, ὅταν τὸ βλέμμα μου ἔπεσε στὴν ἡμερομηνία «20 Ἰουνίου 1875» ποὺ ἀναγράφεται στὸ κάτω μέρος τῆς εἰκόνας. Συλλογίζομαι: 150 ἔτη! Τώρα θέλει ἡ Ἁγία νὰ γίνουν. Καὶ μετὰ ἀπὸ συντονισμένες ἐνέργειες τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμο μᾶς δόθηκε ἡ εὐλογία νὰ τελέσουμε τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ.
Καὶ τὸ συμβούλιο ἀπεφάσισε ὅτι ἡ καταλληλότερη ἡμέρα εἶναι ἡ 1η Ἰουνίου. Ἡμέρα συμβολική· ἀφενὸς διότι συμπληρώνονται 1700 χρόνια ἀπὸ τὴ σύγκληση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀφετέρου διότι συμπληρώνονται 150 ἔτη ἀπὸ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Ναοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφὴ τῆς ἐφεστίου Εἰκόνος.
Θέλοντας νὰ μὴν κουράσω ἄλλο τὴν ἀγάπη σας, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω θερμὲς εὐχαριστίες γιὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ ἡμέρα γιὰ τὴν Ἐνορία μας πρῶτα στὸν ἐν Τριάδι Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς φανερὲς καὶ ἀφανεῖς πρὸς ἐμὲ εὐεργεσίες Του. Στὴν παρθενομάρτυρα Ἁγία Γλυκερία ποὺ ἀξιώνει ἐμένα τὸν ἀνάξιο καὶ ἐλεεινὸ δοῦλο νὰ ἐτοιμάσω τὰ ἱερὰ Ἐγκαίνια τοῦ ἱστορικοῦ Ναοῦ της. Στὸν Μακαριώτατο Ποιμενάρχη μας, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμο ποὺ ἔδωσε τὴν κανονικὴ ἄδεια καὶ εὐλογία του γιὰ τὴν τέλεση τῶν Ἐγκαινίων. Τὸν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν Ἁρχιμανδρίτη Βαρνάβα Θεοχάρη γιὰ τὴν ὁλόθυμη καὶ ἄμεση ἀνταπόκρισή του στὴν προώθηση τῶν διαφόρων αἰτημάτων μας καὶ τὴν βοήθειά του γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν Ἐγκαινίων. Τὸν θεοφιλέστατο Ἅγιο Ἀνδρούσης κ. Κωνστάντιο, βοηθὸ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας καὶ ὑπεύθυνο τῆς Θ΄ περιφέρειας, ὅπου καὶ ἀνήκει ἡ Ἐνορία μας, ἐντεταλμένο ὅπως τελέσῃ τὰ ἱερὰ Ἐγκαίνια. Πάντα περιβάλλει τοὺς ἐνορῖτες μας καὶ τὸ πνευματικὸ μας ἔργο μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον. Τὸν συνιερουργοῦντα αὐτῷ Ἅγιο Θεσπιῶν κ. Παῦλον, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίθηκε στὸ κάλεσμά μας νὰ παρευρίσκεται στὴν πανηγυρικὴ καὶ εὔσημον ἡμέρα μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ μὲ τὴν παρουσία του ἐλάμπρυνε ἔτι περισσότερο τὰ Ἱερὰ Ἐγκαίνια τοῦ Καθεδρικοῦ μας Ναοῦ. Τὸν Δήμαρχο τῆς πόλεώς μας κ. Γεώργιο Μαρκόπουλο καὶ τοὺς συνεργάτες του, διότι ἀγκάλιασε μὲ ἀγάπη τὴν προσπάθειά μας.
Νὰ εὐχαριστήσω ὅσους συνέβαλαν καθοριστικὰ στὴν πραγματοποίηση τῶν Ἐγκαινίων. Τὸν πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Περιστερίου Ἄγγελο Ἀνθόπουλο, τὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Μιχαὴλ Σταθάκη, τὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Συμεὼν Καλοπαναγιώτη, τὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Διονύσιο Χατζηαντωνίου, τὸν Ἀρχιμανδρίτη π. Ἀλέξιο Γιαννιό. Τοὺς καλούς μου συνεφημερίους π. Ἀθηναγόρα καὶ π. Γεώργιο καὶ τὸν διάκονο π. Γερμανό.
Εὐχαριστίες ἐπίσης θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω στοὺς προκατόχους μου, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν προϊστάμενοι τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ συνέβαλλαν σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴν στιγμή· στὸν μακαριστὸ Ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Κουή, στὸν ἀσθενοῦντα Πρωτοπρεσβύτερο Ἀντώνιο Κούκλη, καὶ τὸν παριστάμενο μὲ πολλὴ ἀγάπη Ἀρχιμανδρίτη πατέρα Νικόλαο Λιόλιο.
Θερμὲς εὐχαριστίες στοὺς ἄμεσους συνεργάτες μου· τοὺς Ἐπιτρόπους τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ: κ. Ἀθανασία Καμπέρη, κ. Παναγιώτη Κρίκη, κ. Ἰωάννη Καλησπεράτη, κ. Κωνσταντῖνο Μπαλέσα καὶ κ. Ἀνδρέα Ξενοφῶντος, ἀλλὰ καὶ στοὺς παλαιότερους ἐπιτρόπους, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν νὰ μᾶς συνδράμουν ἀνιδιοτελῶς.
Στοὺς ἱεροψάλτες μας Μιχαὴλ Μαμάη, Σπυρίδωνα Φανερωμένο, καθῶς καὶ ὅλους τοὺς καλλικέλαδους ἱεροψάλτες ποὺ συνέβαλαν στὸ πανηγυρικὸ κλίμα. Στὸ προσωπικὸ τοῦ Ναοῦ, ἰδιαιτέρως τὸν ἀκάματο συνεργάτη μου κ. Στέφανο Μπουζὸρ ποὺ δὲν φείδεται κόπου καὶ χρόνου. Τοὺς εὐλαβεῖς ἁγιογράφους μας ποὺ συνέβαλαν στὰ Ἱερὰ Ἐγκαίνια μὲ τὴν καλλιτεχνία τους, Τηλέμαχο Τσουμπρῆ καὶ Μακάριο Ἀργυρό.
Κυρίως ὅμως, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου τὶς θερμές μου εὐχαριστίες καὶ τὴν εἰλικρινή μου ἀγάπη πρὸς ὅλον τὸν εὐλογημένο λαὸ τῆς Ἐνορίας μας, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ Δήμου Γαλατσίου, οἱ ὁποῖοι μὲ συγκινητικὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτη προσφορὰ ἀνταποκριθήκατε στὸ κάλεσμα αὐτὸ τῆς Ἐνορίας μας. Γιατὶ ἡ πραγματοποίηση τῶν Ἐγκαινίων εἶναι ἔργο τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ λαοῦ ποὺ συνέβαλε ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο στὴν ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ ὀράματος. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἀνακοινώθηκε ἡ τέλεση τῶν Ἐγκαινίων τὸ ἀγκαλιάσατε μὲ ἀγάπη, τὸ στηρίξατε μὲ τὴν προσευχή σας καὶ μὲ ἐνθαρρύνατε μὲ τὸν ζεστό σας λόγο καὶ χαμόγελο.
Εἶμαι ἰδιαίτερα συγκινημένος καὶ ὑπερήφανος, διότι μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς τέτοιου εὐλογημένου ποιμνίου, ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ, ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο καὶ φιλακόλουθο πνεῦμα.
Ἡ ἀμέριστη ἐθελοντική σας συμβολή, ἡ ἀγάπη σας γιὰ τὴν Ἁγία καὶ ἡ σταθερή σας συμμετοχὴ στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔργο, ἀποτελοῦν γιὰ μένα πηγὴ ἔμπνευσης καὶ δύναμης. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἑνότητα, ἡ πίστη καὶ ἡ κοινή μας πορεία πρὸς τὸν Χριστὸ ποὺ μοῦ δίνουν τὸ κουράγιο νὰ συνεχίσω μὲ ἀφοσίωση τὸ ἱερὸ αὐτὸ διακόνημα. Ὁ Κύριος στὴν Ἀρχιερατική του Προσευχή, παρακάλεσε γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους «Ἵνα ὦσι ἕν». Σὲ λίγες δὲ μέρες θὰ ψάλλουμε «ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε». Γι’ αὐτὴν τὴν ἑνότητα προσεύχομαι γι’ αὐτὴν τὴν εὐλογημένη Ἐνορία τῆς γλυκιᾶς μας Ἁγίας Γλυκερίας, διότι μέσῳ τῆς ἑνότητος ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στὸ ἀπάνεμο λιμάνι τῆς νίκης τῆς αἰωνιότητος τοῦ Χριστοῦ, στὸ ὁποῖο εὔχομαι ὅλοι νὰ βρεθοῦμε κάποτε, Ἀμήν.









