Η τύχη του Δάσους της πόλης μας στα χέρια των πολιτών
Η είδηση δεν είναι καινούργια. Περίπου 296 προσφυγές ιδιωτών που έχουν εκδικαστεί μέχρι σήμερα, αμφισβητούν τον δασικό και αναδασωτέο χαρακτήρα 302 στρεμμάτων και έχουν προσφύγει στην Επιτροπή Δασικών Διαφορών ζητώντας τον αποχαρακτηρισμό των υποτιθέμενων ιδιοκτησιών τους. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι προσφυγές δικαιώθηκαν από την σχετική επιτροπή και περίπου 240 στρέμματα, έχουν ήδη αποχαρακτηρισθεί ,υποβιβαζόμενα από Δάσος σε χορτολιβαδική έκταση. Επίσης άλλα 62 στρέμματα έχουν χαρακτηριστεί δάσος παλιά και χορτολιβαδικά τώρα . Το γεγονός αυτό δημιουργεί αρνητικές προϋποθέσεις για όσα ακολουθήσουν.
Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε ανοικτή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης σχετικά με τους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος. Δεν ειπώθηκε κάτι καινούργιο. Παρά τα βήματα που έχουν συντελεστεί με την αξιοποίηση ομάδας τεχνικών και νομικών συμπαραστατών του Δήμου, οι δύο νομικοί – κατά περίεργο λόγο – απουσίαζαν λόγω ασθενείας, η Δημοτική Αρχή καθυστερεί συστηματικά στην αντιμετώπισης του προβλήματος παραμένει χωρίς σχέδιο, εφησυχάζει και εγκλωβίζεται σε διαβεβαιώσεις πολιτικών της φίλων και ψευδαισθήσεις. Η αντιπολίτευση αρκείται στην επισήμανση των αρνητικών εξελίξεων άτολμη, ως τώρα, να εισηγηθεί και να οργανώσει μια στάση προάσπισης του μοναδικού πνεύμονα πρασίνου για την πόλη μας και τους όμορους Δήμους.
Μπροστά σε οδυνηρές εξελίξεις…
Υποστηρίζουμε ότι έχουμε ανάγκη από ορισμένες εκτιμήσεις ως αναγκαίες προϋποθέσεις για να προσανατολίσουν αποτελεσματικά την οργάνωση της υπεράσπισης του Δάσους μας και ως οδηγό των επόμενων βημάτων μας
- Το νομικό και θεσμικό πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος, του δάσους και των δημόσιων χώρων γενικά συνεχώς χειροτερεύει. Οι νόμοι εφαρμόζονται διασταλτικά υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων, ιδιαίτερα των μεγάλων. Ο όρος περί «εθνικού συμφέροντος» έχει ήδη επιτρέψει την καταστροφή βουνών με εγκατάσταση ανεμογεννητριών, έχει επιτρέψει βιομηχανικές και τουριστικές εγκαταστάσεις σε αιγιαλούς και προστατευόμενες περιοχές Natura. Τίποτα δεν εγγυάται ότι το γνωστό έργο δεν θα επαναληφθεί και στο τόπο μας. Η εμμονή στην αποκλειστικά νομική υποστήριξη του δάσους αποτελεί στην πραγματικότητα άλλοθι ότι δήθεν «κάναμε ότι μπορούσαμε».
- Αποτελεί σκόπιμη αυταπάτη η υποτίμηση του σχεδίου και της αποφασιστικότητας των φερόμενων ιδιοκτητών δασικών εκτάσεων στο βουνό μας. Η νομική διεκδίκηση των απαιτήσεων τους για δεκαετίες, οι μεγάλες δαπάνες για προσφυγές σε δικαστήρια, εφετεία, Άρειο Πάγο ακόμα και Ευρωπαϊκά Δικαστήρια πιστοποιούν ότι το σχέδιο τους δεν είναι η διεκδίκηση απλών αποζημιώσεων. Ακόμα και η χωροταξική διάταξη των προσφυγών παραπέμπουν σε μια ιδιωτική πολεοδόμηση της περιοχής, πρόκριμα μελλοντικών σχεδίων.
- Αυταπάτη αποτελεί ακόμα η αποτίμηση ως δήθεν θετικών ενδείξεων των καθυστερήσεων και των μακρόσυρτων γραφειοκρατικών διαδικασιών ανάρτησης των τελικών δασικών χαρτών. Τα αιφνίδια τετελεσμένα κυβερνητικών επισπεύσεων αποτελούν πλεονέκτημα όσων επιβουλεύονται το Δάσος, λειτουργούν εφησυχαστικά και αποπροσανατολιστικά για την κρισιμότητα των δράσεων που πρέπει να αναληφθούν από την πλευρά μας.
- Είναι επικίνδυνα παραπλανητική η εκτίμηση ότι οι μέχρι τώρα αποφάσεις των Επιτροπών απορρίπτουν τις ενστάσεις των φερόμενων ιδιοκτητών. Εκείνο που απορρίπτεται είναι η ακραία απαίτηση τους για χαρακτηρισμό των εκτάσεων που διεκδικούνται ως αγρών. Ήδη όμως ο χαρακτηρισμός τους ως χορτολιβαδικών ανοίγει, σύμφωνα με τους νομικούς, δυσμενείς προοπτικές για το βουνό και την πόλη μας.
- Φαντάζει απίθανο το ενδεχόμενο οι φερόμενοι ιδιόκτητες να επιχειρήσουν μελλοντικά και ο καθένας από μόνος του την αξιοποίηση των όποιων θετικών δικαστικών ή θεσμικών αποφάσεων έχουν καταφέρει μέχρι τώρα. Η σκέψη αυτή προβάλλεται ως δήθεν απόδειξη της μειωμένης σημασίας των σχεδίων διεκδίκησης του δάσους. Παραμένει όμως ισχυρή η πιθανότητα συσπείρωσης τους γύρω από ένα επενδυτικό σχέδιο ή η παραχώρηση, έναντι αντιπαροχών, των «ιδιοκτησιών» σε μια μεγάλη εταιρεία αξιοποίησης της περιοχής. Το υπόδειγμα του Ελληνικού(Αθηναϊκή Ριβιέρα πλέον) δεν μπορεί να ξεχνιέται. Και, σε αυτή την περίπτωση, η αξιοποίηση της νομολογίας περί «Εθνικού συμφέροντος» αποκτά την πραγματική της διάσταση. Εκεί ακριβώς εστιάζεται η εκτίμηση ότι ο μέχρι τώρα χαρακτηρισμός των διεκδικουμένων εκτάσεων ως χορτολιβαδικών αποτελεί πρόκριμα αρνητικών προοπτικών.
Είναι απαράδεκτο η Δημοτική Αρχή να μην θέλει να αντιληφθεί αυτό το ενδεχόμενο ως πιθανό και να μην οργανώνει την αντίδραση της σε αυτό.
- Τέλος, αλλά όχι τελευταίο σε σημασία, αποτελεί σκόπιμη επιχείρηση παραπλάνησης των συμπολιτών μας, η διαβεβαίωση ότι οι «πολιτικοί φίλοι» της Δημοτικής Αρχής, κυβερνητικοί και λοιποί παράγοντες, είναι «μαζί μας» και εγγυώνται το δασικό χαρακτήρα του βουνού. Είναι ακριβώς αυτοί οι πολιτικοί παράγοντες, όλων όσων κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, που θεσμοθέτησαν την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ίδιας της ζωής μας.
Τι μπορεί να γίνει;
Οι εκτιμήσεις έχουν νόημα όταν μπορούν να συνδεθούν με πράξεις. Τι μπορεί λοιπόν να γίνει;
- Αν η Δημοτική Αρχή ενδιαφέρεται πράγματι για την υπεράσπιση του Δάσους οφείλει να προχωρήσει άμεσα σε συμβάσεις νομιμοποίησης του έργου των τεχνικών και νομικών συμβούλων. Να μην «λυπηθεί» δαπάνες για την πιο εμπεριστατωμένη επιστημονική τεκμηρίωση της γραμμής άμυνας της πόλης μας. Οι νομικοί συμπαραστάτες οφείλουν άμεσα να επεξεργαστούν μια αποτελεσματική υπερασπιστική γραμμή και να την παρουσιάσουν στο Δημοτικό Συμβούλιο και την Πόλη. Το επισημαίνω γιατί στο παρελθόν χάθηκαν κρίσιμες δικαστικές αποφάσεις καθώς η υπερασπιστική γραμμή του Δήμου στηρίχθηκε (γιατί άραγε;) σε επιχειρηματολογίες που είχαν ήδη απορριφθεί από δικαστήρια ανώτερου βαθμού.
- Αν η Δημοτική αρχή ενδιαφέρεται για την υπεράσπιση του Δάσους πρέπει να επεξεργαστεί ένα τεκμηριωμένο και νόμιμο σχέδιο που θα την εμφανίζει ως επισπεύδουσα και όχι ως παθητικό παρατηρητή των εξελίξεων. Σε συνεργασία με όμορους Δήμους, την Περιφέρεια, Δασικούς φορείς και Επιμελητήρια οφείλει να επεξεργαστεί δράσεις και πρωτοβουλίες ενισχυτικές των θέσεων του Δήμου και προβολής – δημοσιοποίησης των κινδύνων που υπάρχουν.
- Αν η Δημοτική αρχή ενδιαφέρεται για την υπεράσπιση του Δάσους πρέπει πρώτη να αποδείξει ότι σέβεται το Δημόσιο δασικό και αναδασωτέο χαρακτήρα του. Η υπερασπιστική γραμμή της Πόλης παραμένει εκτεθειμένη, νομικά και ηθικά, όσο η Δημοτική Αρχή χρησιμοποιεί ουσιαστικά παράνομα δασικές εκτάσεις ως χώρο στάθμευσης απορριμματοφόρων, χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων ή ακόμα και υποδομών που παραπέμπουν σε μελλοντικές εμπορευματικές χρήσεις.
- Αν η νομική υπεράσπιση των συμφερόντων, της ίδια της ζωής των κατοίκων της πόλης μας, αποτελεί μια αναγκαία επιλογή δεν μπορεί να είναι και η μοναδική. Σε τελευταία ανάλυση η αποτελεσματικότητα της θα κριθεί από την ενεργοποίηση των συμπολιτών μας και των φορέων της Πόλης μας. Σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται η συγκρότηση και δράση ενός ευρύτατου πλατιού Κινήματος Πολιτών ως μοναδική ικανή και αναγκαία συνθήκη υπεράσπισης της Ζωής στο τόπο μας .
- Οι φορείς της πόλης, τα μέλη και οι διοικήσεις τους, οφείλουν να σκύψουν σοβαρά στους κινδύνους για το μέλλον του Δάσους. Να ξεπεράσουν αγκυλώσεις και γραφειοκρατίες του παρελθόντος και να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων για το μέλλον της πόλης και της ζωής μας σε αυτή.
- Οι Δημοτικές παρατάξεις οφείλουν με τη σειρά τους να χρησιμοποιήσουν τα μέσα και την επιρροή που διαθέτουν στον αγώνα για την υπεράσπιση του Δάσους. Οι αντιπολιτευτικές δηλώσεις και ρητορική δεν αρκούν. Οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις ας μην γίνουν για άλλη μια φορά άλλοθι ή εμπόδιο σε μια όσο το δυνατό πιο ευρεία συσπείρωση δυνάμεων. Σε τελευταία ανάλυση οι πολιτικές θέσεις δικαιώνονται στους ανοικτούς χώρους και αγώνες τροποποίησης της κλίμακας του εφικτού.
Αν συνειδητοποιήσουμε ότι ο κίνδυνος για το Δάσος είναι εξαιρετικά σοβαρός και ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος μας έχουμε ακόμα ελπίδα…
Κοινωνικός και Πολιτιστικός Χώρος Παίρνω Αμπάριζα









